Νομοθεσία της Νομής

Η ιστορική πορεία της νομής και η πορεία της στην ανθρωπότητα

Η νομή είναι γνωστή στην ανθρωπότητα από τα αρχαία χρόνια και, κυρίως, από το χρονικό σημείο που ο άνθρωπος ξεκίνησε να κατοικεί στη γη, είτε στο φυσικό περιβάλλον, είτε σε κτίσματα που έφτιαχνε, είτε από τη στιγμή που καλλιέργησε τη γη και, αργότερα, όταν οργανώθηκε σε πόλεις, σε βασίλεια και κράτη.

Η νομική μορφή της νομής σε διεθνές επίπεδο

Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η νομή είναι γνωστή και εφαρμόζεται και σε άλλα κράτη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κάθε κράτους ξεχωριστά. Η Ελληνική νομή είναι πιο κοντά εννοιολογικά με την Ιταλική (possesso) και Γερμανική (Besitz).

Η νομική πορεία της νομής στην Ελλάδα

Η νομική πορεία της νομής στην Ελλάδα είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια και, πιο συγκεκριμένα, από το Ρωμαϊκό Δίκαιο, το Βυζαντινό Δίκαιο, το Οθωμανικό Δίκαιο, τους πρώτους νόμους των Κυβερνήσεων ή των βασιλείων του Ελληνικού Κράτους, μέχρι το 23/02/1946.

Μετά το 1946 έγινε η εισαγωγή του σημερινού Αστικού Κώδικα στην Ελλάδα, με τον Α.Ν. 2250/1940 «Αστικός Κώδιξ» και τον ΑΝ 2783/1941 «Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικος», που δεν καταργήθηκαν ποτέ και τέθηκαν σε ισχύ από 23/02/1946.

Πηγή: Υπουργείο Δικαιοσύνης
Αστικός Κώδικας – Υπουργείο Δικαιοσύνης

Η νομή σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα

Στο ελληνικό δίκαιο το νομικό δικαίωμα της νομής προβλέπεται στον Αστικό Κώδικα, με ημερομηνία ισχύος 23-02-1946, στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ, στα άρθρα 974 έως 998, σε συνολικά 25 άρθρα.

1. Άρθρο 974: Έννοια νομής κατοχής

Όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

2. Άρθρο 975: Νομή δικαιώματος και Οιόνει νομή

Στα δικαιώματα του ενεχύρου και των δουλειών η νομή συνίσταται στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων με διάνοια δικαιούχου.

3. Άρθρο 976: Κτήση νομής

Σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Η συμφωνία όμως του έως τώρα νομέα μ' εκείνον που αποκτά αρκεί για την κτήση της νομής, όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα.

4. Άρθρο 977: Παράδοση νομής

Παράδοση σ' εκείνον που αποκτά υπάρχει και όταν συμφωνηθεί ανάμεσα σ' αυτόν και στον έως τώρα νομέα να παραμείνει ο τελευταίος ή τρίτος στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση. Σ' αυτή την περίπτωση έναντι του τρίτου μεταβιβάζεται η νομή στον αποκτώντα αφότου γνωστοποιηθεί αυτό στον τρίτο από τον έως τώρα νομέα.

5. Άρθρο 978: Παράδοση κινητών

Στα εμπορεύματα και γενικώς στα κινητά πράγματα που έχουν αποτεθεί σε αποθήκη ή έχουν παραληφθεί από μεταφορέα, αν έχει εκδοθεί γι' αυτά αποθετήριο έγγραφο ή φορτωτική, η μετάθεση της νομής γίνεται με μεταβίβαση του αποθετηρίου εγγράφου ή της φορτωτικής.

6. Άρθρο 979: Κτήση μέσω άλλου

Η νομή αποκτάται με αντιπρόσωπο, όταν αυτός αποκτήσει τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα με σκοπό να καταστήσει νομέα του τον αντιπροσωπευόμενο.

7. Άρθρο 980: Άσκηση μέσω άλλου

Η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, τεκμαίρεται, όσο διατηρεί την κατοχή, ότι κατέχει στο όνομα του άλλου.

8. Άρθρο 981: Απώλεια νομής

Η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα. Παροδικό από τη φύση του κώλυμα για την άσκηση της εξουσίας δεν επιφέρει απώλεια της νομής.

9. Άρθρο 982: Νομή με αντιπρόσωπο

Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα ακινήτου θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποίησης.

10. Άρθρο 983: Κληρονομική μεταβίβαση νομής

Η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα.

11. Άρθρο 984: Προσβολή της νομής (επιλήψιμη νομή)

Η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Η νομή που αποκτήθηκε με τέτοια αποβολή είναι επιλήψιμη. Το ελάττωμα αυτό της νομής αντιτάσσεται και κατά των κληρονόμων του νομέα· το ελάττωμα της νομής του προκατόχου αντιτάσσεται κατά του ειδικού διαδόχου μόνο αν αυτός το γνώριζε κατά την κτήση.

12. Άρθρο 985: Προστασία της νομής με τη βία

Ο νομέας έχει δικαίωμα να αποκρούσει με τη βία κάθε διατάραξη ή απειλούμενη αποβολή από τη νομή.

Ο νομέας κινητού από τον οποίο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία από τον δράστη που συλλαμβάνεται ή καταδιώκεται επ' αυτοφώρω.

Ο νομέας ακινήτου από τον οποίο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία αμέσως μετά την αποβολή.

Τα ίδια δικαιώματα έχει ο νομέας που προσβλήθηκε και κατά των διαδόχων κατά των οποίων αντιτάσσεται το επιλήψιμο της νομής.

13. Άρθρο 986: Προστασία της νομής με τη βία από αντιπρόσωπο νομέα

Τα δικαιώματα του προηγούμενου άρθρου έχει αντί για το νομέα και εκείνος που ασκεί γι' αυτόν την εξουσία πάνω στο πράγμα, εφόσον βρίσκεται σε σχέση οικιακής ή υπηρεσιακής εξάρτησης από το νομέα και οφείλει να ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς το πράγμα.

14. Άρθρο 987: Προστασία σε περίπτωση αποβολής

Ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοση της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

15. Άρθρο 988: Αγωγή αποβολής

Η αγωγή αποβολής είναι απαράδεκτη, αν εκείνος που αποβλήθηκε είχε αποκτήσει τη νομή επιλήψιμα απέναντι στον τωρινό νομέα ή στους δικαιοπαρόχους του μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την αποβολή του.

16. Άρθρο 989: Προστασία σε περίπτωση διατάραξης

Ο νομέας που διαταράχτηκε παράνομα έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

17. Άρθρο 990: Αγωγή διατάραξης

Η αγωγή διατάραξης είναι απαράδεκτη, αν εκείνος που διαταράχτηκε είχε αποκτήσει τη νομή επιλήψιμα απέναντι σ' αυτόν που τη διατάραξε ή τους δικαιοπαρόχους του μέσα στο τελευταίο έτος πριν από τη διατάραξή του.

18. Άρθρο 991: Εναγόμενος της διατάραξης

Ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα.

19. Άρθρο 992: Παραγραφή

Οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη.

20. Άρθρο 993: Νομέας μέρους πράγματος

Τα δικαιώματα από την προσβολή της νομής έχει και εκείνος που νέμεται μέρος μόνο του πράγματος, ιδίως χωριστά διαμερίσματα κατοικιών ή άλλους χώρους.

21. Άρθρο 994: Νομή περισσοτέρων κατ’ ιδανικά μέρη

Αν νέμονται περισσότεροι το ίδιο πράγμα κατ' ιδανικά μέρη, καθένας απ' αυτούς έχει κατά τρίτων τα δικαιώματα από την προσβολή της νομής. Στις μεταξύ τους σχέσεις δεν παρέχεται η προστασία από τη νομή, εφόσον πρόκειται για τα όρια της χρήσης του πράγματος που αρμόζει στον καθένα.

22. Άρθρο 995: Πράγμα που περιήλθε σε ξένο ακίνητο

Αν ξέφυγε κινητό πράγμα από την εξουσία του νομέα και περιήλθε σε ξένο ακίνητο, ο νομέας του ακινήτου έχει υποχρέωση να επιτρέψει την αναζήτηση και την ανάληψη· έχει όμως αξίωση αποζημίωσης για τις ζημίες από την αναζήτηση.

23. Άρθρο 996: Προστασία οιόνει νομής

Ο νομέας δικαιώματος ενεχύρου ή δουλείας έχει σε περίπτωση παράνομης διατάραξης ή αποβολής τις αγωγές της νομής.

24. Άρθρο 997: Προστασία κατόχου

Σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής πράγματος ή δικαιώματος ή αποβολής απ' αυτήν έχει κατά τρίτων τις αγωγές της νομής και εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση.

25. Άρθρο 998: Προστασία κατά κατόχου

Εναντίον εκείνου που κατέχει με βάση τη σχέση του προηγούμενου άρθρου ο νομέας έχει, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου, τις αγωγές για τη νομή.

Τα νομικά στοιχεία που συγκροτούν τη νομή

Τα νομικά στοιχεία που συγκροτούν τη νομή είναι δύο, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini). Το μεν πρώτο —το σωματικό (corpus)— εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσία επί του πράγματος που είναι κατοχή κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε δεύτερο — πνευματικό (animus domini)— εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού.

Αναλυτικά

α) Τα νομικά στοιχεία που συγκροτούν το σωματικό (corpus)

Το σωματικό (corpus) είναι η πιο απλή μορφή εκδήλωσης του ατόμου στο πράγμα (ακίνητο), π.χ. στα αγροτεμάχια, στα γήπεδα, στα οικόπεδα και τα κτίσματα όλων των ειδών, όπως αγροτικά χωράφια, σπίτια, δωμάτια, εντός ή εκτός σχεδίου μονοκατοικίες ή διαμερίσματα, κοινόχρηστους ή κοινόκτητους χώρους.

Είναι δηλαδή η φυσική εξουσία του πράγματος (ακίνητο) που υπάρχει, όταν, κατά τρόπο σταθερό και με αδιάκοπη συνέχεια, έχει αποκτήσει το σωματικό έλεγχο το άτομο, κατά τρόπο τέτοιο που αποκλείει κάθε άλλον στο πράγμα (ακίνητο) και λειτουργεί υπό την προσωπική του βούληση σε αυτό, με δυνατότητα επενέργειας χωρίς κανένα εμπόδιο.

Οι πράξεις που ασκούνται συνήθως στο πράγμα (ακίνητο) κατά το σωματικό (corpus) είναι: η οριοθέτηση ή περίφραξη, χτίσιμο μαντρότοιχων και άνοιγμα πορτών, η βόσκηση ζώων, η είσπραξη μισθωμάτων, οι διάφορες επισκευές, οι καλλιέργειες, το κλάδεμα δένδρων και φυτών, το όργωμα, η διάνοιξη πηγαδιού, η κατασκευή δεξαμενής, η συγκομιδή κ.λπ., δηλαδή οτιδήποτε απαιτεί τη φυσική παρουσία και εργασία του ατόμου.

β) Τα νομικά στοιχεία που συγκροτούν το πνευματικό (animus domini)

Το πνευματικό (animus domini) είναι μια πολύ πιο σύνθετη και νομικά δύσκολη μορφή εκδήλωσης του ατόμου στο πράγμα (ακίνητο), διότι με το πνευματικό στοιχείο εκδηλώνεται αφενός μεν η συμπεριφορά του πραγματικού ιδιοκτήτη και αφετέρου δε η πεποίθηση του ατόμου ότι είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης (φερόμενος ως ιδιοκτήτης), ασκώντας και τα δύο άτομα πράξεις εξουσίας.

Το οποίο αυτομάτως κατατάσσει το πνευματικό (animus domini) σε δύο υποκατηγορίες, ως εξής:

β.1) Πρώτη υποκατηγορία είναι η διάνοια κυρίου (animus): Αυτή η κατηγορία αφορά τα άτομα που δεν έχουν αρχικό τίτλο κτήσεως του πράγματος (ακίνητο) και μέσω του σωματικού (corpus) προβαίνουν σε αυθαίρετες καταλήψεις, έχοντας νομιζόμενο τίτλο, αφενός μεν είτε επικαλούμενοι την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία των άρθρων 1041-1055 Α.Κ., δηλαδή δια μέσω της νομοθεσίας δημιουργούν τον τίτλο, δικαστικά ή συμβολαιογραφικά, που δεν είχαν ποτέ, σε βάρος των πραγματικών ιδιοκτητών, ή αφετέρου δε είτε δια της μεταφοράς συμβολαίων προβαίνοντας σε αυθαίρετες καταλήψεις σε βάρος των πραγματικών ιδιοκτητών.

β.2) Δεύτερη υποκατηγορία είναι ο νόμιμος τίτλος: Αυτή η κατηγορία αφορά τα άτομα που έχουν αρχικό τίτλο κτήσεως του πράγματος (ακίνητο) και ασκούν κάθε νόμιμη μορφή εξουσίας στο πράγμα (ακίνητο), είτε σωματική (corpus), είτε πνευματική (animus domini).

Τέλος, το πνευματικό (animus domini) εκδηλώνεται στο πράγμα (ακίνητο), π.χ. στα αγροτεμάχια, στα γήπεδα, στα οικόπεδα και τα κτίσματα όλων των ειδών, με πράξεις όπως η ανάθεση μελετών, η σύνταξη σχεδιαγραμμάτων, οι εκδόσεις αδειών, οι δηλώσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση ή στις δημόσιες υπηρεσίες, οι φορολογικές δηλώσεις και το Ε9, η σύνταξη μισθωτηρίων και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που απαιτεί μόνο πνευματικό στοιχείο.

Διευκρίνιση: Όταν απουσιάζει ένα από τα ανωτέρω δύο συστατικά στοιχεία της νομής, δεν συγκροτείται και δεν υπάρχει νομή.

Συμπερασματικά

Η νομή είναι μια πολύ σύνθετη και δύσκολη πραγματική και νομική εξίσωση, που αποτελείται από πραγματικά και νομικά στοιχεία, που απαιτούν ειδική γνώση, εμπειρία, τριβή και υψηλή αντιληπτική ικανότητα, για να μπορέσει κανείς, αφενός μεν, να διακρίνει και να διαχειριστεί τη νομή, αφετέρου δε, να μην υποπέσει σε διαχειριστικά και νομικά σφάλματα ή παραλείψεις.

Έτσι, είτε αποδυναμώσει το αναφαίρετο νομικό δικαίωμα της νομής, είτε, ακόμα χειρότερα, χάσει το αναφαίρετο νομικό δικαίωμα της νομής και αναγκαστεί είτε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια ανάκτησής της, είτε να μπει σε μακρόχρονη, επίπονη και πολυδάπανη δικαστική διαμάχη για την προστασία της νομής, είτε με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, είτε με αγωγή νομής.

Αναφέρεται ρητά ότι δεν υποστηρίζουμε την αιτιολόγηση της αυθαίρετης κατάληψης της νομής, ως συνειδητή επιλογή στάσης απέναντι στο αναφαίρετο νομικό δικαίωμα.

Ορισμός της νομής

Ο ορισμός της νομής, παρότι είναι μια φαινομενικά εύκολη νομική διαδικασία, εν τούτοις δεν είναι και τόσο εύκολος στην πράξη. Έτσι, για να είμαστε όσο το δυνατό πιο σαφείς στον ορισμό της έννοιας της νομής, θα χρησιμοποιήσουμε τις υπάρχουσες νομικές πηγές, ως ακολούθως:

α) Έννοια νομής

Η νομή θεωρείται η άσκηση της φυσικής εξουσίασης επί κινητού ή ακινήτου πράγματος με τη θέληση να εξουσιάζει κανείς το πράγμα σαν να είναι δικό του κατ’ αποκλειστικότητα.

Πηγή: Παράγραφος «Τι θεωρείται νομή», σελ. 257, βιβλίο «ΡΩΜΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ», της Αθηνάς Αρ. Δημοπούλου, Εκδόσεις ΕΥΡΑΣΙΑ.

β) Έννοια νομής

Από τη λεκτική διατύπωση του άρθρου 974 Α.Κ. προκύπτει ότι η νομή, υπό στενή έννοια, είναι η φυσική εξουσία στο πράγμα, η οποία ασκείται με διάνοια κυρίου. Έτσι, η νομή συντίθεται από δύο στοιχεία: ένα υλικό (το corpus) και ένα πνευματικό (το animus).

Στον νόμο (άρθρο 974 Α.Κ.) δεν παρέχεται εξήγηση τι εννοείται φυσική εξουσία. Το κριτήριο παρέχεται από το αν ο νομέας είναι σε θέση να αποκλείει τρίτον από την περιοχή της εξουσίασής του και αυτό εκτιμάται κατά την εκάστοτε στις συναλλαγές κρατούσα αντίληψη, κατ’ ελεύθερη εκτίμηση των ορισμένων πραγματικών περιστατικών.

Ειδικότερα, φυσική εξουσίαση υπάρχει με την άσκηση στο πράγμα πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του. Ο ως άνω θεωρείται νομέας, χωρίς την ανάγκη νόμιμης ή καλόπιστης κτήσης της νομής.

Πηγή: Παράγραφος 16, «Έννοια νομής», σελ. 6, βιβλίο «Η ΝΟΜΗ», Βασίλης Αντ. Βαθρακοκοίλης, Εκδόσεις Σάκκουλα – 2015.

γ) Έννοια νομής

Από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 974 Α.Κ., αυτολεξεί οριζόμενη, ως εξής:

Όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Πηγή: Άρθρο 974 Α.Κ. — Ημερομηνία ισχύος: 23/02/1946.

Η νομή στη Δικαστική Εξουσία

Όπως είναι πασίδηλα γνωστό, η ελληνική πολιτεία, δια μέσω της Νομοθετικής Εξουσίας, έχει εφοδιάσει τη Δικαστική Εξουσία με το ιδιωτικό δίκαιο, στο οποίο καταφεύγει υποχρεωτικά ο κάθε πολίτης χωρίς να παίρνει τον νόμο στα χέρια του.

Έτσι, έχει δομηθεί ο Αστικός Κώδικας και ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ο Ποινικός Κώδικας και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, δια μέσω των οποίων, και σε συνδυασμό με άλλους κώδικες, αντιμετωπίζεται μεταξύ άλλων και το επιμέρους νομικό θέμα της νομής στα ελληνικά δικαστήρια.

Έτσι, στο ανωτέρω και ισχύον σήμερα δίκαιο έχει προβλεφθεί νομικά κατάλληλα, α) η θέση του αιτούντα, του ενάγοντα και του μηνυτή, και β) η θέση του καθ’ ου, του εναγομένου και του μηνυμένου.

Δηλαδή, με πιο απλά λόγια, το ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο του ελληνικού κράτους είναι διπλογραφικού νομικού χαρακτήρα, προβλέπει τα δικαιώματα, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις και των δύο πλευρών, παρέχοντας έτσι τις κατάλληλες νομικές προβλέψεις και για τις δύο πλευρές.

α) Νομικό στοιχείο της δικαστικής νομής

Είναι ο φυσικός φορέας της υποθέσεως, που είναι ο εκάστοτε πολίτης, ο οποίος, σύμφωνα με το νομικό σύστημα της Ελλάδας, είναι «μη φαινόμενος πολίτης» και έτσι, υποχρεωτικά, υποχρεούται εκ του ιδιωτικού δικαίου του Αστικού Κώδικα και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να απευθυνθεί σε άμισθο ή έμμισθο δημόσιο υπάλληλο λειτουργό, δικηγόρο, προσλαμβάνοντάς τον για την αστική αντιμετώπιση ή ποινική υπεράσπισή του.

β) Νομικό στοιχείο της δικαστικής νομής

Είναι ο εκάστοτε άμισθος ή έμμισθος δημόσιος υπάλληλος λειτουργός, δικηγόρος, ο οποίος είναι ο μοναδικός δικονομικός και κοινωνικοπολιτικός διαχειριστής των δικαιωμάτων, των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του εκάστοτε φυσικού ή νομικού προσώπου στο ελληνικό δημόσιο σύστημα, στον οποίον έχει απευθυνθεί και προσλάβει υποχρεωτικά ο εκάστοτε πολίτης.

Ο πολίτης εξιστορεί την υπόθεσή του στον δικηγόρο και εκείνος αποφασίζει την κατάλληλη δικηγορική αντιμετώπιση της υποθέσεώς του, συγγράφοντας το κατάλληλο για την κάθε περίπτωση εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο (αίτηση, αγωγή, έγκληση ή μήνυση), οργανώνοντας τη δικογραφία που σχηματίζει με τα κατάλληλα δικηγορικά στοιχεία (αυτοψία, μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κ.τ.λ.).

γ) Νομικό στοιχείο της δικαστικής νομής

Είναι ο εκάστοτε φυσικός δικαστής στο Πολιτικό Τμήμα (αστικό δίκαιο), ο οποίος θα οριστεί από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών να δικάσει την υπόθεση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου του ανωτέρω δικηγόρου, της υποθέσεως του ανωτέρω φυσικού φορέα (πολίτη) της υποθέσεως της νομής, και θα εκδώσει στο τέλος την πρωτόδικη και οριστική απόφασή του.

Και αντίστοιχα, στο Ποινικό Τμήμα (ποινικό δίκαιο) είναι ο εκάστοτε υπηρεσιακά εντεταλμένος εισαγγελικός λειτουργός, της εκάστοτε Εισαγγελίας Πρωτοδικών, ο οποίος θα εξετάσει τη βασιμότητα της εγκλήσεως ή μηνύσεως που θα έχει καταθέσει είτε ο δικηγόρος είτε ο φυσικός φορέας της υποθέσεως (πολίτης).

Θα εκδώσει είτε την απορριπτική διάταξη είτε το κλητήριο θέσπισμα, με βάση το οποίο θα εισάγεται η υπόθεση στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο για την εκδίκαση του αξιόποινου της πράξης ή της παράλειψης της νομής ή άλλου νομικού δικαιώματος που θα έχει παραβιαστεί, από τον εγκαλούντα ή τον εγκαλούμενο, σύμφωνα με το μοναδικό ιστορικό της εκάστοτε υποθέσεως.

Το συμπερασματικό της Δικαστικής Εξουσίας

Το συμπέρασμα της Δικαστικής Εξουσίας, όπως αυτό προκύπτει σήμερα από το τετράπτυχο: 1) φυσικός φορέας εκάστοτε υποθέσεως (πολίτης), 2) άμισθος ή έμμισθος δημόσιος υπάλληλος λειτουργός-δικηγόρος, 3) φυσικός δικαστής του πολιτικού τμήματος και 4) υπηρεσιακά εντεταλμένος εισαγγελικός λειτουργός του ποινικού τμήματος, είναι ότι, από τις 23/02/1946 που ισχύει ο Αστικός Κώδικας στο ελληνικό κράτος με τον Α.Ν. 2250/1940 «Αστικός Κώδιξ» και τον ΑΝ 2783/1941 «Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικος», που δεν καταργήθηκαν ποτέ, και από τις 31/12/1950 που με τον νόμο 1492/1950 ΦΕΚ Α΄182/17-8-1950 «Περί κυρώσεως του Ποινικού Κώδικα» ισχύει ο Ποινικός Κώδικας στο ελληνικό κράτος, έχουν εκδοθεί στην ελληνική επικράτεια χιλιάδες αποφάσεις του Πολιτικού και Ποινικού Τμήματος της Ελληνικής Δικαιοσύνης της Δικαστικής Εξουσίας.

Εκ του λόγου αυτού απαιτείται υποχρεωτικά πολύ μεγάλη προσοχή στη διαχείριση της εκάστοτε πολιτικής (αστικής) ή ποινικής δικογραφίας της νομής. Διότι, έχουν ήδη εκδοθεί χιλιάδες αποφάσεις και για τα δύο διάδικα μέρη, και για τον αιτούντα, ενάγοντα ή μηνυτή, και για τον καθ’ ου, εναγόμενο ή μηνυμένο, που δυσχεραίνουν τη διάγνωση της εκάστοτε υποθέσεως της νομής.

Διότι, πολύ εύκολα μπορεί να αποπροσανατολιστεί η δίκη ή να μην εκτιμηθεί κάποιο σημαντικό στοιχείο και ακόμη να στηριχτεί η διαχείριση της υποθέσεως εξ ολοκλήρου στην υφιστάμενη νομολογία που διαθέτει στη βάση της η Δικαστική Εξουσία.

Το οποίο είναι κομβικό σημείο, διότι είναι ικανό να αποπροσανατολιστεί ή να χαθεί η υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό (Πρωτοδικείου, Εφετείου ή Αρείου Πάγου) της ελληνικής δικαιοσύνης και σε οποιαδήποτε στάση της δίκης.

Τέλος, αντιφατικά και οξύμωρα, η υφιστάμενη βάση των μέχρι σήμερα εκδοθησομένων δικαστικών αποφάσεων του πολιτικού ή ποινικού τμήματος της Δικαστικής Εξουσίας, αποκαλουμένη ως ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ, αφενός μεν δεν είναι δεσμευτική κατά τη διεξαγωγή οποιασδήποτε δίκης ενώπιον οποιουδήποτε βαθμού και σταδίου αυτής, και αφετέρου δε δεν έχει εγκριθεί από τη Νομοθετική Εξουσία του ελληνικού κράτους, ως φυσική συνέχεια της εφαρμογής στην πράξη του εκάστοτε νόμου ή άρθρου που έχει αρχικώς ψηφιστεί από το εθνικό κοινοβούλιο και τη Νομοθετική Εξουσία.

Το οποίο έχει ως τελικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με νομική και μαθηματική ακρίβεια, να έχει αλλοιωθεί ο εκάστοτε αρχικός και ψηφισμένος νόμος ή άρθρο από την υφιστάμενη νομική βάση της ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ, δια μέσω της οποίας έχει εφαρμοστεί ο εκάστοτε νόμος ή άρθρο στην εκάστοτε υπόθεση του εκάστοτε φυσικού φορέα (πολίτη) αυτής.

Πιο απλά ακόμη διατυπωμένο, δεν υπάρχει φυσική συνέχεια μεταξύ του αρχικώς ψηφισμένου νόμου ή άρθρου από τη Νομοθετική Εξουσία, σε σχέση με τις αποφάσεις του Πολιτικού και Ποινικού Τμήματος της Δικαστικής Εξουσίας, η οποία έχει εφαρμόσει στις δικαστικές υποθέσεις των φυσικών φορέων (πολιτών) τον αντίστοιχο νόμο ή άρθρο της Νομοθετικής Εξουσίας.

Το τέλος της νομής των ακινήτων

Στο σύγχρονο κοινωνικό και νομικό περιβάλλον η νομή κινδυνεύει με οριστικό αφανισμό, διότι η νομή είναι γνωστή περισσότερο στα αγροτεμάχια, στα γήπεδα και τα οικόπεδα, όπου δηλαδή υπάρχει ακόμη γη, ελεύθερη ή καλλιεργήσιμη, διότι, κατά ροπή ή συνήθεια, οι ιδιοκτήτες καταλάμβαναν τμήματα γης ως καταπάτηση ή κατάληψη μεγαλύτερης έκτασης για καλλιέργεια ή βοσκή κοπαδιών ζώων.

Έτσι, στα χωριά, στις κωμοπόλεις και στις μεγαλύτερες πόλεις, στις οποίες έχει αναπτυχθεί ο αστικός ιστός, είναι πολύ σπάνιο το φαινόμενο της παραβίασης της νομής, λόγω της σταθερής οριοθέτησης των ακινήτων ιδιοκτησιών ή της υφιστάμενης δόμησης της εκάστοτε πόλης ή χωριού.

Έτσι, από τη δεκαετία του 1960-1970, που έχουν δομηθεί τα περισσότερα αστικά κέντρα των μεγαλύτερων πόλεων του ελληνικού κράτους, έχει ξεχαστεί τελείως το νομικό δικαίωμα της νομής και είναι άγνωστο σε μεγάλο μέρος των φυσικών φορέων (πολιτών) του ελληνικού κράτους.

Ένα ακόμη σημαντικό σημείο αφανισμού της νομής είναι η σημερινή διαχείριση του Εθνικού Κτηματολογίου με την τοπογραφική απεικόνιση και τη σύνδεσή του στο Εθνικό Τριγωνομετρικό Δίκτυο, δια μέσω του οποίου παρέχεται η απόλυτη γεωγραφική ακρίβεια των συνόρων των ιδιοκτησιών, είτε δια της τοπογραφικής απεικόνισης, είτε της συνδέσεως των συντεταγμένων μέσω δορυφόρου.

Σε συνδυασμό με τους σημερινούς φερόμενους ιδιοκτήτες που δηλώνουν τις φερόμενες ιδιοκτησίες τους σε αυτό, έχουν δημιουργήσει τη σημερινή αλλοιωμένη κτηματολογική εικόνα του ελληνικού κράτους, όπως αναγράφεται και αποδεικνύεται συνδυαστικά στην ΕΝΟΤΗΤΑ 2: α) στην παράγραφο «Ανάλυση της νομής» στην τελευταία παράγραφο αυτής και β) στην παράγραφο της σοβαρότητας της νομής.

Τέλος, ένα ακόμη οριστικό τέλος του αναφαίρετου νομικού δικαιώματος της νομής είναι και η άσκηση της εσωτερικής πολιτικής υπέρ του χρήματος και των τραπεζών, δηλαδή μετά την οικονομική κρίση του 2008 και τις κατασχέσεις των τραπεζών που έχουν αλλάξει την μέχρι σήμερα γνωστή ελληνική κοινωνία (Βλ. συνέχεια ΕΝΟΤΗΤΑ 6: Νομή πλειστηριασμών).

Δημοσίευση σχολίου