Νομή Εσωτερικού

Νομή εσωτερικού

Πως λειτουργεί στην πράξη το νομικό δικαίωμα της νομής στο εσωτερικό του κράτους

Όπως έχει αναφερθεί στις 2 προηγούμενες ενότητες, τη νομή στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους τη συναντάμε σε μεγάλη πλειοψηφία, α) στα ακίνητα και β) στα αυτοκίνητα και, εν γένει, στα κινητά. Αυτές είναι οι δύο πιο γνωστές κατηγορίες της νομής, με την πιο γνωστή, ανάμεσα στις δύο, να είναι εκείνη των ακινήτων, που είναι και η πιο διαδεδομένη στην επικράτεια.

Η νομή των ακινήτων

Η νομή των ακινήτων στο εσωτερικό του κράτους αφορά κυρίως τα αγροτεμάχια, τα γήπεδα, τα οικόπεδα και τα κτίσματα όλων των ειδών (αγροτικά χωράφια, σπίτια, δωμάτια και, εντός ή εκτός σχεδίου, μονοκατοικίες ή διαμερίσματα, κοινόχρηστους ή κοινόκτητους χώρους), στα οποία, ύστερα από οποιασδήποτε μορφής προσβολή της νομής, α) με διατάραξη ή β) με αποβολή, εκδηλώνεται η προσωπική βούληση του προσβολέα, δηλαδή του ατόμου που διαταράσσει ή αποβάλλει τον φυσικό νομέα από τη νομή του, ο οποίος προσβολέας προσπαθεί, με συγκεκριμένους τρόπους της σωματικής δύναμης ή παρέμβασής του, να οικειοποιηθεί ξένο προς αυτόν δικαίωμα.

Η γέννηση της υποθέσεως, ο φυσικός νομέας και ο προσβολέας της νομής

Η παραπάνω παράνομη ενέργεια του προσβολέα της νομής έχει ως φυσική συνέπεια την αυτόματη και αυτοδίκαιη γέννηση της υποθέσεως της νομής. Η οποία είτε αποκρούεται από τον φυσικό νομέα και λήγει το επεισόδιο ή το συμβάν, είτε διαπληκτίζονται και ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία, είτε ο φυσικός νομέας απευθύνεται σε άμισθο ή έμμισθο δημόσιο υπάλληλο λειτουργό-δικηγόρο και τον προσλαμβάνει για τη δικαστική αντιμετώπιση του προσβολέα της νομής του.

Η δικηγορική αντιμετώπιση της νομής

Ύστερα από τη γέννηση της υποθέσεως της νομής, καλούμαστε να επιλέξουμε τον άμισθο ή έμμισθο δημόσιο υπάλληλο λειτουργό-δικηγόρο για την ανάθεση της υποθέσεως της νομής. Το οποίο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, και αυτό διότι όχι γιατί δεν γνωρίζουν οι δικηγόροι τη νομή ως νομικό δικαίωμα ή δεν τη διδάχτηκαν κατά τη φοίτησή τους στη νομική σχολή, στην οποία διδάσκεται υποχρεωτικά, αλλά αντίθετα διότι, όπως έχει αναφερθεί και στην ΕΝΟΤΗΤΑ 2, σήμερα έχουν δομηθεί τα αστικά κέντρα και έτσι έχουν σταματήσει να υπάρχουν υποθέσεις νομής που να αφορούν ακίνητα.

Έχουν γίνει πλέον σπάνιες υποθέσεις, αφού συναντάμε τις υποθέσεις της νομής μόνο όπου υπάρχει γη. Και αυτό προκύπτει και από τη νομολογία, διότι η πλειοψηφία των αποφάσεων της νομής προέρχεται από παλαιότερες δεκαετίες και πολύ πιο σπάνια από τη δεκαετία μετά το έτος 2000.

Έτσι, σε συνδυασμό με το πραγματικό γεγονός της μείωσης των μεγαλύτερων σε ηλικία δικηγόρων, είτε λόγω συνταξιοδότησης είτε λόγω θανάτου, και την αντίστοιχη αύξηση των νέων δικηγόρων που εισέρχονται στον κλάδο, παρατηρείται πλέον η παντελής άγνοια της δικηγορικής διαχείρισης, λόγω κυριολεκτικής απειρίας.

Η οποία, δηλαδή η έλλειψη δικηγορικής πείρας, είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της νομής. Διότι η νομή, κατά τη δικαστική εξέλιξη της οποιασδήποτε μορφής δίκης, δεν είναι ασκήσεις επί χάρτου ή μια απλή διαχείριση νομικού ή συνδυασμού νομικών δικαιωμάτων, αλλά, αντίθετα, είναι πολύ ζωτικής σημασίας.

Διότι, όπως αναγράφεται και στην ΕΝΟΤΗΤΑ 2, τα νομικά στοιχεία που συνθέτουν τη νομή ενώπιον του πολιτικού κυρίως δικαστηρίου είναι αυτό που χαρακτηρίζουμε «ζωντανά» και προκύπτουν από τη φυσική παραγωγή των ενεργειών των διαδίκων πλευρών, είτε του αιτούντα ή ενάγοντα είτε του καθ’ ού ή εναγόμενου, και προϋποτίθεται η πολύ καλή δικηγορική τους διαπίστωση και, στη συνέχεια, η διαχείριση στο ακροατήριο και στη δικογραφία.

Διότι, σε κάθε άλλη διαφορετική περίπτωση, επέρχεται η ήττα στο δικαστήριο και χάνουμε το νομικό δικαίωμα της νομής.

Η δικαστική αντιμετώπιση της νομής

Η δικαστική αντιμετώπιση της νομής είναι πολύπλευρο και σύνθετο μέρος, και αυτό διότι έχει να κάνει με μία σειρά νομικών κανόνων, νομικών υποχρεώσεων και χρονικών προθεσμιών, που ξεκινούν από την κατάθεση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου και τελειώνουν, εν μέρει, με την έκδοση της πρωτόδικης και οριστικής απόφασης, από την οποία προκύπτουν τα εξής:

Η δικαστική αντιμετώπιση της νομής

α) Η δικανική κρίση

Η δικανική κρίση, για να είμαστε ακριβείς, στην πλειοψηφία των αποφάσεων είναι δίκαιη και αντικειμενική. Υπάρχουν διάφοροι τύποι δικαστικών αποφάσεων. Άλλες είναι αναλυτικές και εμπεριστατωμένες και άλλες λιγότερο αναλυτικές και τυπικές. Δεν υπάρχει δικαστική απόφαση που να μην έχει αιτιολογήσει το σκεπτικό της, τηρώντας τη Συνταγματική Επιταγή.

Παρατηρείται όμως, αντίθετα, η «κοινή» αντιμετώπιση της νομής από πολλούς και διαφορετικούς φυσικούς δικαστές. Το οποίο δεν σημαίνει ότι συνεννοούνται μεταξύ τους οι δικαστές, αλλά αντίθετα, ότι ακολουθούν συγκεκριμένα πρότυπα ή σχέδια αποφάσεων για τη νομή.

Έτσι, έχει παρατηρηθεί να προκύπτουν αποφάσεις που αναγνωρίζουν τον προσβολέα της νομής ή στερούν την αναγνώριση της νομής στον φυσικό νομέα από την έλλειψη δευτερογενών και ανούσιων, πολλές φορές, στοιχείων της νομής του, από τον υπερβολικό ζήλο ή την αυστηρή εξάντληση της δικανικής κρίσης. Με το οποίο μεταβάλλονται αναλόγως τα νομικά δικαιώματα και η πραγματική κατάσταση της νομής.

β) Η έκδοση της απόφασης

Ύστερα από την έκδοση της απόφασης και ανάλογα με το σκεπτικό της, προκύπτουν νέα δικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Π.χ.: η απόλαυση της νίκης ή η δικαστική ήττα ή, σε πιο σπάνιες περιπτώσεις, η έκδοση προδικαστικής απόφασης ή η υποχρέωση της κατάθεσης αγωγής, αν η πρωτόδικη απόφαση είναι Ασφαλιστικών Μέτρων Νομής, ή η επίδοση αυτής στον αντίδικο ή όπου αλλού διατάσσει το δικαστήριο, ή η κατάθεση Έφεσης κατά της αποφάσεως αυτής.

Με το σύνολο των οποίων, να έχουμε μπει πολύ πιο βαθιά πλέον στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μέσω του οποίου ρυθμίζονται όλα τα παραπάνω, εφόσον είναι ο μοναδικός Κώδικας που ρυθμίζει τη λειτουργία των δικαστηρίων στην επικράτεια.

Το οποίο εμπεριέχει πολλούς νομικούς κινδύνους, διότι, αν δεν γίνουν σωστά και έγκαιρα οι νομικές ενέργειες, τότε κινδυνεύουμε να χάσουμε το νομικό δικαίωμα της νομής από δικονομικούς λόγους και όχι λόγους ουσίας.

γ) Τα μετέπειτα δικαστικά στάδια

Ύστερα από την πρωτόδικη και οριστική απόφαση, αναλόγως την κάθε υπόθεση ξεχωριστά, ακολουθούνται συγκεκριμένα δικαστικά στάδια, όπως η κατάθεση αγωγής, αν η πρωτόδικη απόφαση είναι Ασφαλιστικών Μέτρων Νομής, ή η κατάθεση Έφεσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.

Τέλος, γίνεται γνωστό ότι η οποιαδήποτε απόφαση της δίκης σε υπόθεση νομής είναι ικανό, ακολουθώντας τα δικαστικά στάδια του Εφετείου και Αρείου Πάγου, ύστερα από έξι (6) μήνες από την αμετάκλητη απόφαση (του Αρείου Πάγου), να μπορεί να προσφύγει ο κάθε διάδικος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Δηλαδή, η νομή είναι ένα νομικό δικαίωμα τόσο ισχυρό, που ξεκινώντας από την απλή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής και τηρώντας όλες τις εσωτερικές βαθμίδες της ελληνικής δικαιοσύνης, μπορεί να τελειώσει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

δ) Το δικαστικό κόστος

Το δικαστικό κόστος της νομής είναι πολύ υψηλό από κάθε άποψη και αυτό, διότι, όπως έχει αναφερθεί μέχρι τώρα και στις ΕΝΟΤΗΤΕΣ 2 και 3, είναι πολύ ιδιαίτερο και μοναδικό.

Έτσι, ξεκινώντας από τα δικηγορικά έξοδα για την υποστήριξη της δικογραφίας της νομής, μέχρι και την έκδοση των πρώτων αποφάσεων, το κόστος είναι ικανό να ανέλθει σε μερικές χιλιάδες ευρώ, που ευτυχώς δεν καταβάλλονται άμεσα και συνολικά, αλλά αντίθετα, σταδιακά, ανάλογα με το στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση και τις ανάγκες για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων της, σε συνεννόηση πάντα με τον δικηγορικό εκπρόσωπο της υποθέσεως.

Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι το οικονομικό κόστος της δικογραφίας της νομής λαμβάνεται υπόψη και λόγω του οικονομικού κεφαλαίου. Δηλαδή, ότι το ακίνητο στο οποίο υπάρχει η υπόθεση της νομής, κατά τη φορολογική θεωρία, αποτελεί κεφάλαιο για τον ιδιοκτήτη και αυτό αυξάνει κατά πολύ την προσοχή και την επιμέλεια του εκάστοτε άμισθου ή έμμισθου δημοσίου υπαλλήλου λειτουργού-δικηγόρου. Κατά πολύ περισσότερο από μια απλή υπόθεση ρουτίνας.

Η υπόθεση της νομής, δηλαδή, δεν αποτελεί υπόθεση ρουτίνας, (βλ. παρακάτω παράγραφο: Η ιδιοκτησία ως οικονομικό κεφάλαιο).

ε) Οι αποφάσεις νομολογίας

Αρχικά θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι κάθε υπόθεση έχει τη δική της νομική ταυτότητα και καμία υπόθεση δεν είναι απολύτως ίδια με μια άλλη υπόθεση. Μπορεί να έχουν ομοιότητες, αλλά ποτέ όμως δεν είναι ίδιες.

Έτσι, έχουμε απαντήσει αμέσως και στο κομμάτι για τις αποφάσεις νομολογίας, οι οποίες στη νομή μόνο καλό δεν κάνουν. Αντίθετα, μπορεί να παραπλανήσουν ή ακόμα και να στηριχτούν σε αυτές και να μειωθούν τα αντανακλαστικά στην υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην γίνει κατάλληλη αξιολόγηση και εκμετάλλευση των πραγματικών στοιχείων της υποθέσεως της νομής ή ακόμα και να μην αναζητηθούν άλλα υποστηρικτικά στοιχεία, επειδή θα έχει θεωρηθεί εσφαλμένα ότι έχει καλυφθεί το θέμα από τις αποφάσεις νομολογίας.

Λάθος, και μάλιστα αυτό το λάθος είναι ικανό να στοιχίσει το να χάσουμε την υπόθεση στο δικαστήριο. Δηλαδή, τη δικαστική ήττα της υποθέσεως.

Το οποίο, όχι ότι είναι και τόσο τραγικό ως γεγονός, αλλά σίγουρα θα δυσκολέψει και επηρεάσει αρνητικά την επόμενη δικαστική εξέλιξη της πορείας της δίκης, αν συνεχιστεί αυτή στα επόμενα ιεραρχικά δικαστήρια.

Ή, το χειρότερο από όλα, είναι να χάσουμε τη νομή και να μην συνεχίσουμε στα επόμενα ιεραρχικά δικαστήρια και να σταματήσει εκεί, στο στάδιο αυτό, η δικαστική εξέλιξη.

Στο σημείο δηλαδή που χάσαμε τη νομή από κακή διαχείριση της υποθέσεως, (σχετικά με τις αποφάσεις νομολογίας, βλ. και ΕΝΟΤΗΤΑ 3, παράγραφος: Το συμπερασματικά της Δικαστικής Εξουσίας).

Οι υποχρεώσεις του νομέα.

Οι υποχρεώσεις του νομέα, είναι το επιμέρους τμήμα στο οποίο θα ειπωθεί η σκληρή αλήθεια της κυνικής πραγματικότητας που έχει δημιουργηθεί στην σύγχρονη κοινωνία. Τι εννοείται με αυτό (;), ότι, η νομή σήμερα, δεν κινδυνεύει μόνο από τον αμελή ή απρόσεχτο ή τεμπέλη νομέα, αλλά, από πολλά περισσότερα και κυρίως από την εκμετάλλευση και το χρήμα. Ας, ξεκινήσουμε λοιπόν να φωτίσουμε το πιο σκληρό και δύσκολο επιμέρους θέμα της νομής.

α) Ο νομέας που διαθέτει τίτλους:

Όπως αναφέρεται και στην εισαγωγή της νομής στην ΕΝΟΤΗΤΑ 2, στο Ελληνικό Κράτος ο θεσμός των συμβολαιογραφικών τίτλων ξεκινάει από πολύ παλιά, και πιο συγκεκριμένα από την πρώτη σύσταση του Ελληνικού Κράτους μετά την επανάσταση του 1821.

Πιο συγκεκριμένα ο θεσμός των υποθηκοφυλακείων στην Ελλάδα ιδρύθηκε αρχικά στις 23 Απριλίου 1836 με το ΦΕΚ Α΄ 41/23-04-1836 που εκδόθηκε το Βασιλικό Διάταγμα «περί σημειώσεως των υποθηκών», και από τις 06 Νοεμβρίου 1856 και μετά με τον νόμο «Τϟ’» του ΦΕΚ Α΄ 70/06-11-1856 που καθορίστηκε επίσημα το σύστημα δημοσιότητας, και οι μεταγραφές άρχισαν να γίνονται οργανωμένα στα γραφεία υποθηκών και μεταγραφών στα γνωστά σήμερα υποθηκοφυλακεία που έχουν γίνει πλέον τα κτηματολογικά γραφεία.

Έτσι, προκύπτει ακράδαντα και πέραν πάσης άλλης νομικής αμφιβολίας, ότι, στην ελληνική επικράτεια υπάρχουν τίτλοι κτήσεως της ακίνητης περιουσίας. Όπου, υπό την έννοια αυτή, δεν θα έπρεπε να είχαμε προβλήματα στην νομή των ιδιοκτησιών, διότι, η νομή, κατά κανόνα έχει ιδιοκτήτη που είναι ο κύριος του ακινήτου, ο οποίος διαθέτει και το αντίστοιχο τίτλο κτήσεως.

Έτσι, υπό την βάση αυτή, δεν έχει χώρο ο προσβολέας (με διατάραξη ή αποβολή) της νομής ο οποίος εκ των πραγμάτων δεν διαθέτει τίτλο κτήσεως της κυριότητας και της νομής.

Δηλαδή, ο προσβολέας, (με διατάραξη ή αποβολή) αποκρούεται, πριν ακόμα προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια του, με σκοπό την προσβολή της νομής (με διατάραξη ή αποβολή) του νομέα και ιδιοκτήτη του ακινήτου.

Το οποίο είναι και κατά κανόνα η κύρια άποψη της πλειοψηφίας των ιδιοκτήτων των ακινήτων, ότι δηλαδή, εφόσον, διαθέτουν τους τίτλους κτήσεως αυτό και μόνο είναι ικανό να αποτρέψει τον κάθε προσβολέα από την προσβολή (με διατάραξη ή αποβολή) της νομής του.

Το οποίο όμως, δεν έχει εφαρμοστεί στην νομική πράξη, και αυτό διότι, έχει μεταφερθεί στην ελληνική κοινωνία εσφαλμένα η οικονομική θεωρία, ότι οποιοδήποτε ακίνητο δεν εκμεταλλεύεται είναι επιζήμιο.

Και έτσι, με μοναδικό γνώμονα το οικονομικό συμφέρον, έχουν διαπραχθεί, άλλοτε μικρά, άλλοτε, μεγαλύτερα και άλλοτε, πολύ μεγαλύτερα έως σκανδαλώδη δικαστικά και οικονομικά εγκλήματα σε βάρος των πραγματικών ιδιοκτήτων που διαθέτουν νόμιμους τίτλους κτήσεως των ακινήτων τους.

Ξεκινώντας από την προσβολή της νομής (με διατάραξη ή αποβολή), δια μέσω της οποίας, αλλάζουν χέρια τα ακίνητα για την καλύτερη εκμετάλλευση τους, από τους προσβολείς (με διατάραξη ή αποβολή).

Γιατί, είχαν θεωρήσει οι προβολείς (με διατάραξη ή αποβολή) ότι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες δεν τα εκμεταλλευόντουσαν κατάλληλα και έτσι, αναλαμβάνουν οι προβολείς (με διατάραξη ή αποβολή) σε ξένα ακίνητα να τα εκμεταλλευτούν καλύτερα εκείνοι.

Το οποίο σήμερα είναι ένα τραγικό αλλά συγχρόνως απολύτως αληθινό σενάριο που έχει διαδραματιστεί στις αίθουσες των ελληνικών δικαστηρίων στις υποθέσεις των γνωστών καταπατητών, είτε, γης, είτε, κτισμάτων.

Δηλαδή, ο προσβολέας (με διατάραξη ή αποβολή) της νομής, είναι ο κοινός καταπατητής που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί ξένη ιδιοκτησία προς όφελος του.

Το οποίο το επιτρέπει το δημόσιο σύστημα των θεσμών και των υπηρεσιών, στα οικονομικά πλαίσια. Δηλαδή, δεν ενδιαφέρεται για την νόμιμη προέλευση των χρημάτων, ή του κεφαλαίου, ή την απότομη αύξηση της περιουσίας των πολιτών αυτών, πλην, εξόφθαλμων υποθέσεων ή πολύ μεγάλων οικονομικών αντικειμένων, ή ακόμα και των υποθέσεων που ενδιαφέρει το ίδιο το δημόσιο σύστημα των θεσμών και των υπηρεσιών.

Τέλος, πολύ μεγάλη πληγή αποτελεί και η θεσμική πρόβλεψη του νόμου περί της χρησικτησίας των άρθρων 1041-1056 του Α.Κ., με την οποία η Νομοθετική Εξουσία έχει νομιμοποιήσει την νομιμοποίηση της καταπάτησης των ακινήτων των πραγματικών ιδιοκτητών.

Έτσι, ανακεφαλαιώνοντας, δεν αρκεί πλέον στην σύγχρονη νομική διαχείριση της νομής των ιδιοκτησιών, ο εκάστοτε νομέας να διαθέτει νόμιμο τίτλο κτήσεως, αλλά αντίθετα, η νομή του, εξαρτάται από τον κακόβουλο προσβολέα (με διατάραξη ή αποβολή) που εποφθαλμιά την ξένη ιδιοκτησία προς ίδιον όφελος, προσπαθώντας, να την οικειοποιηθεί με κατασκευασμένο ιστορικό, με παράσταση ψευδών ιστορικών γεγονότων ως αληθινών, με ψευδομάρτυρες και οτιδήποτε άλλο είναι ικανό να σκεφτεί προς τον σκοπό αυτό.

Για το οποίο, δυστυχώς, είναι ανίκανη να διαγνώσει η σημερινή Δικαστική Εξουσία, όχι από άγνοια, αλλά προφανώς, από αδιευκρίνιστα συμφέροντα, τα οποία όπως άνωθεν αναφέρεται δεν είναι απαραίτητο να είναι προϊόν διαπλοκής ή δωροδοκίας, αλλά αντίθετα, εξυπηρέτηση της κατά την άποψη του φυσικού δικαστή εύρυθμης λειτουργίας της πραγματικής σημερινής οικονομικής θεωρίας.

Διότι, σε διαφορετική περίπτωση, υποχρεούται ρητά, εκ της υπηρεσιακής αποστολής του δια βίου επαγγέλματος του φυσικού δικαστή, να προβεί στην πραγματική διάγνωση της υποθέσεως και τον εντοπισμό του προσβολέα (με διατάραξη ή αποβολή) της νομής που είναι ο καταπατητής.

Δηλαδή, πιο απλά, ο εκάστοτε δικαστής δικάζει μια υπόθεση που έχει έναν ιδιοκτήτη και έναν προσβολέα (με διατάραξη ή αποβολή) της νομής, δεν είναι δυνατόν να χάνει ο ιδιοκτήτης με νομικό τίτλο κτήσεως, διότι, αυτό, στοιχειοθετεί τουλάχιστον δικαστικό σκάνδαλο.

β) Ο πραγματικός νομέας που δεν διαθέτει νόμιμο τίτλο κτήσεως:

Θα ήταν άδικο να μην αναφερθούμε στην κατηγορία αυτή, του πραγματικού νομέα που δεν διαθέτει, όμως νόμιμο τίτλο κτήσεως της ιδιοκτησίας του, για διάφορους λόγους, π.χ.: η γη που καταλαμβάνει ή κατέχει είναι σε βουνώδη έκταση, ή ήταν κάμπος, ή ήταν λίμνη που αποξηράθηκε και δεν διανεμήθηκε σε κληροτεμάχια, ή ήταν εγκαταλειμμένη, ή, είναι άγονη, ή δυσπρόσιτη, ή ήταν εκκλησιαστικά κτήματα κ.τ.λ.

Αυτή η περίπτωση του νομέα είναι γνωστή στην ελληνική επικράτεια και είναι η μοναδική που είναι η αποδεκτή μορφή της νομής, διότι, προκύπτει εξ' αρχής το πραγματικό της ιστορικό που είναι, το προφανές και το πιο απλό, ότι, δεν διαθέτει αρχικό τίτλο κτήσεως.

Τέτοιες περιπτώσεις είναι γνωστές σήμερα, στους καλλιεργήσιμους κάμπους, στο Υπουργείο Γεωργίας με τα κληροτεμάχια και στον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ).

Το οποίο έρχεται σε αντίθεση και φωτίζει περισσότερο το πρόβλημα που δημιουργεί ο ανωτέρω αναγραφόμενος προσβολέας (με διατάραξη ή αποβολή), ο οποίος θέλει να δημιουργήσει μια νομική κατάσταση, όπου γύρο-γύρο από την δική του ιδιοκτησία, υπάρχουν ιδιοκτήτες με νόμιμο τίτλο και μόνο εκείνος δεν διαθέτει νόμιμο τίτλο στην εδαφική έκταση που έχει αυθαιρέτως καταλάβει.

γ) Οι διακατοχικές πράξεις ή οι πράξεις νομής του σωματικού (corpus):

Το σωματικό (corpus) είναι οι εξωτερικές υλικές ενέργειες, ως, η πιο απλή μορφή εκδήλωσης του ατόμου στο πράγμα (ακίνητο), π.χ.: στα αγροτεμάχια, στα γήπεδα, στα οικόπεδα και τα κτίσματα όλων των ειδών (αγροτικά χωράφια, σπίτια, δωμάτια, και εντός ή εκτός σχεδίου μονοκατοικίες ή διαμερίσματα, κοινόχρηστους ή κοινόκτητους χώρους), είναι δηλαδή, η φυσική εξουσία του πράγματος (ακίνητο) που υπάρχει, όταν κατά τρόπο σταθερό με αδιάκοπη συνέχεια, έχει αποκτήσει το σωματικό έλεγχο το άτομο, κατά τρόπο τέτοιο, που αποκλείει κάθε άλλον στο πράγμα (ακίνητο), και λειτουργεί υπό την προσωπική του βούληση σε αυτό, με δυνατότητα επενέργειας χωρίς κανένα εμπόδιο.

Οι πράξεις που ασκούνται συνήθως στο πράγμα (ακίνητο) κατά το σωματικό (corpus) είναι: η οριοθέτηση ή περίφραξη, χτίσιμο μαντρότοιχων, και άνοιγμα πορτών, η βόσκηση ζώων, η είσπραξη μισθωμάτων, οι διάφορες επισκευές, οι καλλιέργεια, το κλάδεμα δένδρων και φυτών, το όργωμα, η διάνοιξη πηγαδιού, η κατασκευή δεξαμενής, η συγκομιδή κτλ, δηλαδή, οτιδήποτε απαιτεί την φυσική και εξωτερική παρουσία και εργασία του ατόμου.

δ) Οι πράξεις νομής του πνευματικού (animus domini):

Το πνευματικό (animus domini) είναι μια πολύ πιο σύνθετη και νομικά δύσκολη μορφή εκδήλωσης του ατόμου στο πράγμα (ακίνητο), διότι, με το πνευματικό (animus domini) στοιχείο εκδηλώνεται αφενός μεν, η συμπεριφορά του πραγματικού ιδιοκτήτη και αφετέρου δε, η πεποίθηση του ατόμου ότι είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης (φερόμενος ως ιδιοκτήτης), ασκώντας και τα δυο άτομα, πράξεις εξουσίας.

Το οποίο αυτομάτως κατατάσσει το πνευματικό (animus domini) σε δυο υποκατηγορίες, ως, εξής:

δ.1) Πρώτη υποκατηγορία είναι η διάνοια κυρίου (animus):

Αυτή η κατηγορία αφορά τα άτομα που δεν έχουν αρχικό τίτλο κτήσεως του πράγματος (ακίνητο) και μέσω του σωματικού (corpus) προβαίνουν σε αυθαίρετες καταλήψεις, έχοντας νομιζόμενο τίτλο, αφενός μεν, είτε, επικαλούμενοι την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία των άρθρων 1041-1055 Α.Κ., δηλαδή, δια μέσω της νομοθεσίας δημιουργούν τον τίτλο, δικαστικά ή συμβολαιογραφικά που δεν είχαν ποτέ, σε βάρος των πραγματικών ιδιοκτητών, αφετέρου δε, είτε, δια της μεταφοράς συμβολαίων προβαίνοντας σε αυθαίρετες καταλήψεις σε βάρος των πραγματικών ιδιοκτητών, (βλ. ανωτέρω παράγραφο α) την περίπτωση του προσβολέα (με διατάραξη ή αποβολή) της νομής).

δ.2) Δεύτερη υποκατηγορία είναι ο νόμιμος τίτλος:

Αυτή η κατηγορία αφορά τα άτομα που έχουν αρχικό τίτλο κτήσεως του πράγματος (ακίνητο) και ασκούν κάθε νόμιμη μορφή εξουσίας στο πράγμα (ακίνητο) είτε, σωματική (corpus), είτε, πνευματική (animus domini).

Τέλος, το πνευματικό (animus domini) εκδηλώνεται στο πράγμα (ακίνητο), π.χ.: στα αγροτεμάχια, στα γήπεδα, στα οικόπεδα και τα κτίσματα όλων των ειδών (αγροτικά χωράφια, σπίτια, δωμάτια, και εντός ή εκτός σχεδίου μονοκατοικίες ή διαμερίσματα, κοινόχρηστους ή κοινόκτητους χώρους), με τις πράξεις, της ανάθεσης μελετών, σύνταξη σχεδιαγραμμάτων, εκδόσεις αδειών, δηλώσεων στην τοπική αυτοδιοίκηση, ή τις δημόσιες υπηρεσίες, τις φορολογικές δηλώσεις και το Ε9, την σύνταξη μισθωτηρίων, και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που απαιτεί μόνο πνευματικό στοιχείο.

Η ιδιοκτησία ως οικονομικό κεφάλαιο.

Όπως είναι παγκοσμίως γνωστό, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε μια διεθνής διάσκεψη στο Bretton Woods (Μπρέττον Γουντς) της Αμερικής, στην οποίαν συμμετείχαν 44 χώρες, με κύριο και μοναδικό θέμα την ίδρυση του «Νέου Οικονομικού Συστήματος», με την ίδρυση της «Παγκόσμιας Τράπεζας Ανασυγκροτήσεως» και την ίδρυση του «Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου», όπως, αυτά λειτουργούν έως και σήμερα.

Η Ελλάδα συμμετείχε στην διάσκεψη αυτή, ως μέλος, και υιοθέτησε την ιδρυτική συμφωνία με τον Α.Ν.766/1945 ΦΕΚ Α΄ 315/27-12-1945, που ισχύει μέχρι και σήμερα.

Έτσι, ιδρύθηκε και ισχύει έως και σήμερα η παγκόσμια οικονομική θεωρεία, η οποία θεωρεί, ότι, η «ΓΗ» και τα παράγωγα της, π.χ.: ορυκτός πλούτος, τα κτίσματα, οι επιχειρήσεις, οι κατοικίες κ.τ.λ., αποτελούν το οικονομικό κεφάλαιο. Κεφάλαιο επίσης θεωρούνται τα μηχανήματα, τα εργαλεία, τα αυτοκίνητα, το χρήμα σε οποιαδήποτε μορφή του.

Έτσι, λοιπόν, έχουν μεγαλώσει γενιές και γενιές ανθρώπων, γνωρίζοντας, ότι, η γη, και οι κατασκευές αποτελούν μια πολύ καλή πηγή κεφαλαίου, είτε σε μορφή χρήματος, είτε στην νομική μορφή της υποθήκευσης ή της πώλησης.

Επιπλέον αναφέρεται, για να γίνει περισσότερο κατανοητή η σημασία της αξίας της γης, ότι σήμερα, η γη και όλα τα συστατικά μέρη του ελληνικού κράτους, έχουν τεθεί σε άτυπη υποθήκευση στην Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, δια μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος και με αυτόν τον τρόπο υπολογίζεται η χρεωστική αξία του νομίσματος του ευρώ, σε αντικατάσταση του υπολογισμού της αξίας του νομίσματος με το χρυσό.

Έτσι, λοιπόν, προκύπτουν οι αδιάσειστες αποδείξεις, ότι η γη, είναι η πιο σταθερή και αδιαπραγμάτευτη αξία.

Αυτήν την αξία, λοιπόν, εποφθαλμιούν και οι προσβολείς της νομής (με διατάραξη ή αποβολή), προκειμένου να αυξήσουν την περιουσία τους, σε βάρος άλλων συμπολιτών τους, και με ξένες περιουσίες τις οποίες οικειοποιούνται παρανόμως, με την ανοχή του δημοσίου συστήματος και των θεσμών.

Συμπέρασμα.

Το συμπέρασμα της νομής του εσωτερικού είναι, ότι οι ιδιοκτησίες στην Ελλάδα αποτελούν το οικονομικό κεφάλαιο και έχουν πολλές υποχρεώσεις. Σωματικές και πνευματικές, όπως έχει αναλυθεί κατάλληλα ανωτέρω.

Τα δύσκολα κομμάτια της ιδιοκτησίας είναι: αφενός μεν, ο κίνδυνος του προσβολέα (με διατάραξη ή αποβολή) της νομής, αφετέρου δε, η αδιαφορία των δημοσίων υπηρεσιών και των θεσμών για την τήρηση της νομιμότητας ανάμεσα στον πραγματικό ιδιοκτήτη και τον προσβολέα (με διατάραξη ή αποβολή) της νομής.

Τα ακίνητα που κινδυνεύουν περισσότερο είναι τα αγροτεμάχια, τα γήπεδα, τα οικόπεδα και ο,τιδήποτε είναι χέρσο και δεν έχει κατασκευαστεί σε αυτό οτιδήποτε κτίσμα που να υποδηλώνει ιδιοκτήτη.

Αντίθετα, οι δομημένες κατασκευές, τα σπίτια, οι μονοκατοικίες, τα διαμερίσματα κ.τ.λ., κινδυνεύουν λιγότερο από κακόβουλο προσβολέα (με διατάραξη ή αποβολή).

Τέλος, το σύνολο της εμπράγματης ιδιοκτησίας σήμερα της ακίνητης περιουσίας βάλλεται από την αναγκαστική εκτέλεση των τραπεζών με χιλιάδες κατασχέσεις, κάθε είδους ακινήτων, που έχει ως αποτέλεσμα την συγκέντρωση του οικονομικού κεφαλαίου σε λίγους.

Αυτό, ίσως, γίνεται στα πλαίσια της επισιτιστικής κρίσης -όπως παρατηρείται- η συγκέντρωση πολύ μεγάλων εκτάσεων σε ολιγάρχες ή αυτούς που αποκαλούσαν παλαιότερα τσιφλικάδες.

Ίσως πάλι, να γίνεται για την συγκέντρωση του οικονομικού κεφαλαίου, επίσης στα χέρια λίγων, δια μέσω του οποίου να ρυθμίζεται η έκδοση του χρήματος, όπως άλλοτε υπήρχε με τον χρυσό κατά την περίοδο 1945-1971, η την σημερινή περίοδο 1971-2025 που η έκδοση του χρήματος στηρίζεται στην θεωρητική (και όχι πραγματική) οικονομία του κάθε κράτους του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε), υπό την βάση των οποίων προκύπτει η κυκλική λειτουργία του οικονομικού κεφαλαίου και η σημασία του χρήματος.

Το οποίο, έχει σίγουρα την βάση του στην γη και τα παράγωγα της.

Τέλος, όλα τα παραπάνω είναι κατ’ ελάχιστο τα συστατικά στοιχεία της δημόσιας και ιδιωτικής νομής της εμπράγματης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Κράτους.

Θυμίζοντας ότι, το κράτος δεν υπάρχει, αν, δεν υπάρχει η «Νομή» επί της δημόσιας και ιδιωτικής ιδιοκτησίας, και το «Δημοτολόγιο» από το οποίο προκύπτει η ιθαγένεια. Δηλαδή, τα δυο πόδια στήριξης του παγκόσμιου γίγαντα του Ελληνικού Κράτους.

Δημοσίευση σχολίου